ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ, ΓΕΡΝΩ









Γερνάω, Χριστέ μου.
Χριστέ μου, 
γερνώ.
Γερνάς κι εσύ μαζί μου.
Η ρυτίδα μου, ρυτίδα σου.
Η άσπρη τρίχα μου, τρίχα άσπρη δική σου.
Των ματιών μου τα φράγματα που δεν
χωρούν πια άλλο δάκρυ, δικά σου και τούτα.
Όπως και το χαμόγελό μου που μου φωνάζει δεν
χόρτασα ακόμα, γέλα κι άλλο,
δικό σου και αυτό.
Η κουρασμένη μου ψυχή, κουρασμένη ψυχή δική σου.
Η γαληνεμένη μου ψυχή, πάλι ψυχή δική σου.
Η αποκαμωμένη σάρκα μου, σάρκα είναι δική σου.
Το για ζωή (κάποτε και για θάνατο) διψασμένο αίμα μου, αίμα κι αυτό δικό σου.
Εγώ είμαι εσύ, Χριστέ μου.
Κι εσύ είσαι εγώ.
Πώς να μην σ' αγαπώ.
Αν δεν σε αγαπώ,
πα να πει πως δεν αγαπώ ούτε τον εαυτό μου.

Μόνο που
-ναι, υπάρχει ένα μονάχα ‘μόνο που':

Εσύ, Χριστέ μου, ποτέ δεν ξεχνιέσαι,
ποτέ δεν παύεις να λατρεύεσαι,
ποτέ δεν παύεις να αγαπιέσαι,
πότε δεν παύεις να μισείσαι,
δεν πεθαίνεις ποτέ.

Ενώ εγώ,
εγώ που την ίδια ρυτίδα με σένα έχω,
που την ίδια καρδιά με σένα έχω,
που την ίδια ψυχή με σένα έχω,
που την ίδια φωνή με σένα έχω,
που την ίδια θωριά με σένα έχω,
που την ίδια σάρκα με σένα έχω,
που το ίδιο αίμα με σένα έχω
και τον ίδιο πόνο, την ίδια χαρά, την ίδια πίκρα
και τον ίδιο καημό,
που τον ίδιο σταυρό με σένα κουβαλώ
στις πλάτες μου,

εγώ που λες, Χριστέ μου,
δεν ήμουν,
δεν είμαι και δεν θα είμαι παρά
ένας ακόμα κόκκος άμμου της ερήμου.

Μα έστω κι έτσι,
κι έστω για τόσο λίγο,
σε κουβαλώ μαζί μου.





ν.Σ

Popular Posts