ΑΥΤΟΒΡΙΟΓΡΑΦΙΑ, ΛΕΕΙ!




Να γράψω, λέει, τη βιογραφία μου. Χώρια που δεν τα πάω καλά με το να μιλώ εγώ για τη ζωή και τον εαυτό μου. Χώρια που τα λόγια είναι κατώτερα των περιστάσεων. Χώρια που δεν κατανοώ ποιον, σώνει και καλά, να νοιάζει ο βίος και η πολιτεία μου. Ό,τι μας έχει συμβεί, είτε συνέβη στον κόσμο όλο είτε σε εμάς μόνο. Στην πρώτη περίπτωση, δεν έχουμε τίποτα καινούργιο να πούμε· στη δεύτερη, κανείς δεν μπορεί να το καταλάβει –για να θυμηθώ και τον Πεσσόα μου. Αλήθεια, αξίζει τον κόπο; Και ποια η χρησιμότητα; Δεν έχω τίποτα να γράψω, λοιπόν. Ο βίος δεν είναι ιστορία για να γραφτεί. Ο βίος δεν γράφεται: βιώνεται. Κι άμα τελειώσει, τέλειωσε. Σβήνει κι αυτός, μαζί με την ψυχή και το σώμα που τον βίωσε. Τέλος. Τα υπόλοιπα είν’ άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε.

Θυμάμαι πώς ένιωθε η ψυχή πίσω στα παιδικάτα μου. Μία διάθεση ψυχική που, από κείνη τη στιγμή που γνώρισα και κατάλαβα τους ανθρώπους, την έχασα για πάντα. Μα και που πάντα νοσταλγώ, όπως και κείνο τ’ όμορφο κοριτσάκι με τις ξανθιές τις μπούκλες, που στα διαλείμματα στο σχολειό, οι συμμαθήτριές του δεν άφηναν το κεφαλάκι του λεπτό να ησυχάσει. Του χάιδευαν τις μπούκλες και παίζανε μαζί τους, είτε με τα χεράκια είτε με τα ματάκια τους. Βέβαια, κάθε που την ψάχνω, έρχεται ο εαυτός και με βάζει στη θέση μου: «Το κοριτσάκι το ξανθό θα χαθεί μόνο όταν χαθείς κι εσύ!», μου λέει. Τα βρίσκουμε, λοιπόν, εγώ κι ο εαυτός μου. Μας αρέσουν τα λουλούδια, να τα χαζεύουμε και να ρουφούμε με τα μάτια κλειστά το άρωμά τους. Μας αρέσει να μοιράζουμε χαμόγελα παντού, τι μας στοιχίζει, βρε αδερφέ, στο κάτω-κάτω! Να πίνουμε καφέ και κόκκινο κρασί στην ησυχία μας. Να διαβάζουμε, να μεταφράζουμε, να σκαρώνουμε στιχάκια και, προπαντός, να μην μπορούμε να υποκριθούμε –αναμφιβόλως, ούτε και κείνος θα μπορούσε ποτέ να βγει στο παλκοσένικο. Να τσατιζόμτε με την αγένεια και την ψυχρότητα, με τ’ άδικο και την υπεροψία. Να συνωμοτούμε υπέρ της αυτοκαταστροφικότητάς μας. Είμαστε απλοί. Για τούτο και περίπλοκοι.

Για το τροχαίο, δεν θα πω. Ήθελε ο Θεός να ζήσω. Για πόσο ακόμα, δεν γνωρίζω. Πάντως, ακόμα ζω. Πράξη, λοιπόν, και λόγος κανένας!



ν.

Popular Posts