ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ, Ι. ~ΥΒ ΜΠΟΝΦΟΥΑ








YVES BONNEFOY


ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ

Ι.
Ξύπνησα, το σπίτι ήταν που γεννήθηκα,
Της θάλασσας ξέσπαγε ο αφρός πάνω στα βράχια,
Πουλί στον ουρανό κανένα, μονάχος ο αγέρας ν’ ανοίγει το κύμα και να το σφαλνά,
Η μυρωδιά, ολούθε στον ορίζοντα, της
Στάχτης, σάμπως κι οι λόφοι κρύβανε μία φωτιά
Που κάπου αλλού ένα σύμπαν έκαιγε άλλο.
Πέρασα στη βεράντα, ήταν στρωμένο το τραπέζι,
Το νερό στου τραπεζιού εχτύπαγε τα πόδια, στον μπουφέ.
Ωστόσο, έπρεπε να εισέλθει, η δίχως πρόσωπο εκείνη
Που γνώριζα πως τράνταζε την πόρτα
Του διαδρόμου, απ’ τη μεριά της ερεβώδους σκάλας, μάταια όμως,
Τόσο ψηλά είχε ήδη φτάσει το νερό μέσα στη σάλα.
Έπιασα το χερούλι, που μου αντιστεκόταν,
Και ν’ ακούσω σχεδόν μπόραγα την οχλοβοή από την άλλη όχθη,
Κείνα τα γέλια των παιδιών μες στο ψηλό χορτάρι,
Τα παιγνίδια εκείνα των άλλων, πάντα οι άλλοι, μες στις χαρές τους.



Μετάφραση: Νικολέττα Σίμωνος

Popular Posts