Στης νύχτας κάθε βήμα, προσμένω


 



Την ψυχή μου πλακώνουν μολυβένιων
στρατιωτών αναρίθμητοι λόχοι·
τόνοι αναρίθμητοι
μολύβι βαρύ τής βαραίνουν
τα ζύγια και υπέρ του ερέβους τα γέρνουν.
Αντίβαρο,
το κενό.
Και η σκολίωση της ψυχής,
αναπόφευκτη
       -η πλάτη μου οδύρεται για την απώλεια του μονοπωλίου.

Άπελπις πια
και αποκαμωμένη, στης νύχτας
κάθε βήμα και κάθε ανασαιμιά,
προσμένω, επί ματαίω,
του φεγγαριού το σωτήριο ξέσπασμα·
καθώς μες στης Σελήνης τ’ αναφιλητά, μονάχα,
οι χιλιοσταλμένες απ’ τα χείλη μου τα ενδόμυχα
ευχές χίλιες φορές θα εισακουστούν!
Και όταν τούτο γίνει,
της καρδιάς μου
τα παλλόμενα βιολιά θε να κλιθούν γι’ αντίβαρο
      -οι νότες κι η αγάπη με σθένος αντιστέκονται στο σκότος-,
της ψυχής μου η πλάστιγγα να γείρει, επιτέλους
και καταλυτικώς,
υπέρ του φωτός!

Τότε, μεμιάς και ως δια μαγείας,
απ’ της εγκάρδιας μουσικής
τον εύμορφο παλμό

προσκαλεσμένα, των άστρων τα ολόφωτα χαμόγελα
θα τρέξουνε κοντά μου, να μου φωταγωγήσουν
τις λεωφόρους, τα σπίτια και τα σοκάκια τα απόμερα,
κάθε κτίσμα και κάθε εκτάριο τού επώδυνα

διαστρεβλωμένου λαβύρινθου της ψυχής μου…

Κι ύστερα, του φεγγαριού τα δάκρυα
τα καθάρια θε να ‘ρθούνε, κυλώντας συνεπαρμένα
μες στου δοξαριού τις ευμελείς λίμνες!
Σαν μπόρας δυνατή βροχή, θα πέσουνε
στου λαβύρινθού μου τις κατάμαυρες στέγες,
και σαν χειμάρρων ορμητικά νερά, της ψυχής μου
τα μονοπάτια θα ξεπλύνουν, απελευθερώνοντας κάθε
δίοδο, έξοδο, είσοδο, από τη λάβα εκείνη του πόνου, την καυτή
και την αιμάτινη, που σκέπασε και κατέκαψε κάθε ύπαρξη
ζωής στ' ολέθριο το πέρασμά της...

Για να μπορέσει, έτσι, η ψυχή μου
ν’ αναπνεύσει
καθαρό οξυγόνο και πάλι…
Για να μπορέσει να ξανάβρει το φως της...
Για να μπορέσει, επιτέλους,
ν’ αναστηθεί!

Μα εγώ,

ακόμα εδώ,
να προσμένω...
του φεγγαριού το σωτήριο ξέσπασμα...





ν.σ.

Popular Posts