(Τους) βαρέθηκα







Βαρέθηκα
Το ανθρώπινο το είδος
Το είδος τ’ ανθρωπόμορφο
Ό,τι κι αν είν’ ετούτο
Του οποίου είμαι κι εγώ τεμάχιο
Και στη σκέψη αυτή τσιρίζω "Aiuto"!
Μ’ έχει
Τ -αλανίσει
Ε -ξοργίσει
Ρ -απίσει
Α -πογοητεύσει
Σ -ημαδέψει
Τόσο που πολλάκις άλλο δεν βαστώ
Κι αβάσταχτα πώς το μισώ
Να ξέρατε μονάχα.
Το βαρετό και το φελλό
Το κουφιοκέφαλο
Ή, μάλλον, το ακέφαλο
Που αντί φαιά ουσία
Έχει μία και μόνη εξουσία:
Την παραδοπιστία!
Δεν έχω τίποτα να μοιραστώ μαζί του
Και πλήττω θανασίμως
Μα του το ‘χω δηλώσει κι επισήμως
Πως το απεχθάνομαι επιεικώς ηπίως.
Εγώ, η φτωχή ψυχή κι η απέριττη
Έχω τα άνθη μου, τη φαντασία την αφάνταστη, τις λέξεις και τ’ αρώματα
Τον ουρανό, τον ήλιο και τη θάλασσα
Tης φύσης μας τις ομορφιές, της πλάσης μας τα χρώματα
Και της καρδιάς μου τους λατρευτούς αρχάγγελους.
Έτσι γλιστράω από τη βαρεμάρα αυτή του είδους μου, την άθλια τής δεκάρας
Που κάνει ώρες-ώρες τη ζωή να μοιάζει με κατάρα
Και δοξάζω τον Ύψιστο για την υγειά και τη ζωή
Για τα ‘μικρά’ καθημερινά θαυματουργήματα
Που απλόχερά του μού χαρίζει
Όλα όσα η ζωή η σημερινή, ατυχώς, εκμηδενίζει
Και συνεχίζω τη ζωή
Ώσπου το καντήλι μου κι αυτό
Κάποια στιγμή να σβήσει…




ν.σ.

Popular Posts