Στο καλό







Κλείνεις τις πόρτες πίσω σου,
σαν πόρτες ψυγείων σε χασάπικο.
Νιώθω την ψύχρα
-μου τρυπάει τα κόκκαλα.
Κι οσφραίνομαι τον θάνατο,
μέσα απ' την δυσοσμία της νωπής,
κατακερματισμένης σάρκας.

Κλείνεις τις πόρτες

και προχωρείς.
Σιγοπερπατάς και τρέχεις.
Τρέχεις και σιγοπερπατάς.
Το βήμα σου ταχύ,
το βήμα σου βραδύ.
Βραδύ-ταχύ.
Σαν μονομανία.

Και ξάφνου μια κουβέντα σου

μπαλτάς γίνεται
και με κόβει στα δύο.
Νιώθω την ψύχρα.
Κι οσφραίνομαι τον θάνατο.

Διαιωνίζεις τη σκληρότητά σου,

καταχωνιάζοντας όλο και πιο βαθιά
την τρυφερότητά σου,
μες στον σκληρό σου τον πυρήνα,
τον, σαν ατσάλι, στιβαρό.

Μα είναι για γέλια

-ή, μήπως, για κλάματα:
σαν ένα τόσο δα κουκούτσι ελιάς
μοιάζει ο πυρήνας σου.
Ναι, σαν ένα ελιοκούκουτσο.
Τοσοδούλικο ναι μεν,
μα τόσο συμπαγές και αδιάτρητο,
που όσο κι αν παλέψεις
να το κομματιάσεις,
το μόνο που θα καταφέρεις
είναι να αποδυναμώσεις το εγώ σου.

Τι να σε κάνω πια.

Ελπίζω μόνο
να σφαλίσεις τον σύρτη
της πόρτας του ψυγείου στο χασάπικο,
κλείνοντάς την πίσω σου.

Στο καλό.







ν.σ.

Popular Posts