Κραυγή απελπισίας









Έβγαινε η κραυγή από τα μέσα μου,
από τ’ απύθμενο πηγάδι της ψυχής μου,
με μιαν απελπισία που κατακερμάτιζε,
που σύνθλιβε
κι αυτό
το ύστατο κομμάτι της μετέωρης ελπίδας μου.


Οι κήποι όπου άνθιζαν τα όνειρά μου,
και μες στο χώμα τους το γόνιμο
γίνονταν άνθη του καλού,
μα και τα δάση τα απέραντα
με τις αέναες ανάσες,
όπου φυτρώνανε οι πόθοι μου,
κι έχοντας λίπασμα τους πιο γλυκόλαλούς μου στεναγμούς,
γίνονταν δέντρα ζωογόνα,
δέντρα αγέρωχα,
που ‘χαν στραμμένα προς τον ουρανό -σαν δέηση στον Κύριο-
τα μακριά τους χέρια,
κι αγκάλιαζαν,
θαρρείς,
τον ήλιο του, τα άστρα του κι όλα τα σύννεφά του,


παρανάλωμα του πυρός εγίναν,
με μια μονάχα σπίθα
από το άτσαλά σου πεταμένο,
[σ’ αυτό το χώμα
που πότε σου δεν σεβάστηκες],
αποτσίγαρό,
που εκούσια σιγόκαιγε ακόμα.


Κρανίου τόπος η καρδιά μου.
Φωτιά ανήλεη, εσύ,
που έσπειρες τον όλεθρο
μέσα στα σωθικά μου,
τίποτα όρθιο δεν άφησες.
Και πώς να ανασάνω
δίχως τα απέραντα τα δάση μου
με τις αέναες ανάσες.
Ξεκαπνίζουν οι στάχτες μου,
κι η τσίκνα τους μού φράζει τα πλεμόνια.


Ο πόνος,
Ο πόνος ετούτος ο ανυπόφερτος,
που η διαλυμένη σάρκα
δεν έχει πια τη δύναμη να κουβαλά εντός της
κι αρχινά να τον αποβάλλει από τους πόρους της,
είναι αυτός
ακριβώς
που ατσαλώνει τις ψυχές.
Μα εσύ
πού να το ξέρεις.


Έτσι κι εγώ,
μ' ατσαλωμένη την ψυχή από τον πόνο,
το κουράγιο βρίσκω
να στρέψω θαρρετά το βλέμμα μου
προς την άμορφη μάζα της καρδιάς μου·
αλλά στο θέαμα,
τ' ομολογώ,
λυγίζω.


Νιώθω και ξανανιώθω
το άλγος που αισθάνθηκα
καθώς απλωνόσουν,
με τη βοήθεια του θεριασμένου ανέμου,
κι έκαιγες τσουρουφλιστά
στο πέρασμά σου
το είναι μου ολάκερο,
τον κόσμο τον δικό μου.
Και πήρες,
μες στις φλόγες σου,
ό,τι έζησα
κι ό,τι είχα και δεν είχα,
απ’ τη στιγμή
που άνοιξα τα μάτια
κι αντίκρισα πρώτη φορά
της ζωής το φως
που μου χάρισε ο Πλάστης μου.


Ανήμπορη στέκομαι,
σαν της Πομπηίας
σώμα απολιθωμένο,
και σπαρακτικά αναρωτιέμαι
αν θα βρεθεί ποτέ κανείς
τις στάχτες της καμένης μου ψυχής
να περιμαζέψει.
Να ‘χει την τόλμη να γεμίσει τις χούφτες μου με δαύτες
και να τις πετάξει μακριά,
πέρα απ’ τον παράδεισό μου,
μες στη χωματερή του Εφιάλτη.


Θα το παλέψω μοναχή.
Επιλογή άλλη δεν έχω.
Διαβάτης πάντα
δρόμου μοναχικού
μ’ ορίζει
η μοίρα.


Μα έχω τόση ανάγκη
από τον δικό μου άγγελο.
Το ξέρω ότι υπάρχει.
Χάρη σ’ αυτόν
σάμπως
δεν λογαριάζομαι ακόμα με τους ζωντανούς;


Κι ας με χωρίζει
ένας μίτος μοναχά
από τον Άδη και τον Κέρβερό του.
Αν ήταν να ξαπόσταινα
εκεί στα Τάρταρα,
θα τον είχα κόψει
μόνη μου
τον μίτο τούτο.
Μα το ξέρω
πως αναπαμό
δεν θα ΄χω εκεί κάτω.


Θα 'ρθεις, λοιπόν,
δικέ μου άγγελε;
Ή θα μ’ αφήσεις
να στροβιλίζομαι χαμένη
μες στον ολόκαυτο λαβύρινθο
του ζωντανού μου θανάτου.


Κι έβγαινε η κραυγή από τα μέσα μου,
από τ’ απύθμενο πηγάδι της ψυχής μου,
με σπαραγμό
κι οδύνη.

Μα ποιος μ' ακούει...






ν.σ.

Popular Posts