Αλάλητα






Λέξη δε μού ‘ρχεται να πω, μήτε λέξη να γράψω.
Κενή η φαντασία μου, άδεια η κεφαλή μου.
Ή που πολλά έχω να πω, να βγάλω απ’ την ψυχή μου,
Τόσα που αρχή να κάμω να τα πω ζορίζομαι να πράξω·
Ή που απ’ τις πολλές σκοτούρες μου και τις πολλές φροντίδες,
Η έμπνευσή μου έσβησε σαν φλόγα και εχάθη,
Είτε πήγε και κρύφτηκε στα απύθμενά μου βάθη,

Απ’ το ωμό καθρέφτισμα του κόσμου τούτου να σωθεί.

Κι, έτσι, άκρα του τάφου σιωπή! Εντός κι εκτός μου απλώνεται ο τύφος της σιγής·
Μα του Ερμή είμαι ψυχή που πάντ’ ανάγκη το ‘χει
Και με τ’ Ομήρου τον λόγο να τα πει όλα αυτά που νιώθει.
Τη φίμωση δεν την μπορεί
Και τώρα μέσα της πονεί
Που την τρυπάει η βουβή η ολόδική της λόγχη.

Αχ, εσέ, αναγνώστη μεγαλόψυχε και ακριβέ μου φίλε, το βράδυ ετούτο σκέφτομαι.

Που γραψίματ’ άυλα θα βρεις, λευκά σαν περιστέρια, και λόγια άσαρκα, λόγια σκελετωμένα,
Αφού η πηγή σαν φαίνεται εστέρεψε γι’ απόψε.
Μα ταπεινά κι απέριττα μια χάρη τώρα σου ζητώ:
Στον Παντοδύναμο Θεό για μένα προσευχήσου
Να βρω και πάλι τη λαλιά.
Κι εγώ υπόσχομαί σου πως δωρητής της εμορφιάς θε να γενώ παντοτινά
Εις στην γλυκιά ψυχή σου.




ν.σ.

Popular Posts