Το πορφυρό τους χρώμα







Σκοτείνιασε η θωριά
Και πήρε ένα κόκκινο βαθύ
Σαν του παλιού κρασιού το χρώμα
Κι ακόμα πιο βαθύ
Σαν το αίμα το πηχτό και μαύρο.

Δε βλέπω τίποτα.

Η θολούρα δε μ’ αφήνει.
Κι ο ουρανός κόκκινος
Κι η θάλασσα
Και ο αφρός το κύματος
Ο άλλοτε ολόλευκος σαν άσπρο περιστέρι.
Κόκκινα και τα βουνά
Κόκκινες και οι στέγες
Η άμμος και τα βότσαλα.
Κόκκινα και τα μάτια σου.

Το δάκρυ περιμένω πώς και πώς

Να ‘ρθει να με λυτρώσει.
Να ρέει άφθονο στα μάτια μου
Ώσπου με τη διαύγειά του
Το πορφυρό τους χρώμα να διαλύσει
Και μέσα απ’ την άλικη ετούτη τη θολούρα
Μεμιάς να ξεπροβάλει ο λευκός μου ο άγγελος.
Κατάλευκος να φέγγει εκεί εμπρός μου
Θωρώντας με βαθιά μέσα στα μάτια.

Καθάριο σαν το γάργαρο νερό

Να ‘ναι και πάλι το βλέμμα μου
Γεμάτο από τον άγγελό μου.




ν.σ.

Popular Posts