Μες στη βροχή







Χτες νυχτιάτικα
αρχίνισε ο ουρανός το κλάμα,
και με παρακάλεσε η ψυχή
να της αφήσω τις πύλες ανοιχτές.
Να βγει ήθελε·
κι εγώ τρόμαξα.
Νόμισα μεμιάς
πως να μ’ αφήσει μόνη
λαχταρούσε.
Γιατί κάποτε έλεγε
πως ήθελε
το σώμα μου να ξεκουράσει.

Της εκμυστηρεύτηκα

τον φόβο μου:
«Δεν θέλω να μ’ αφήσεις»,
ξεστόμισα
με μια φωνή που τρέμει.
Κι εκείνη,
με μια γλυκιά ματιά
και μια καλή κουβέντα,
με καθησύχασε:
«Για μια στιγμή μες στ’ άπειρο
θα λείψω μακριά σου.
Μονάχα τόσο.
Γι’ αυτό
να μην μου σκιάζεσαι,
εγώ θα ‘μαι πάντα
κοντά σου».

Τότε τις πύλες μου

τής άνοιξα,
να βγει να πάει πέρα.
Μόνο δεν πήγε μακριά.
Λιγάκι παραπέρα
πήγε και στάθηκε γυμνή
στον βράχο του ονείρου·
ακάλυπτη, ευάλωτη
κι εκούσια εκτεθειμένη
στην εξιλέωση των ουράνιων δακρύων.
Κι έτσι ξεγυμνωμένη και μοναχή,
αφέθηκε να εξαγνίζεται
από το χάδι των λυγμών
ενός θεού ευνουχισμένου*
επάνω στην άυλη σάρκα της.
Ένα χάδι λυτρωτικό,
που εξάλειφε
από κάθε σπιθαμή τής ύπαρξής της
κάθε πληγή,
κάθε λαβωματιά,
και κάθ ουλή της.

Έπειτα,

χωρίς να χάσει ώρα,
τυλιγμένη
με τον λευκό μανδύα
της θεόσταλτης αγαλλίασης
από την εξιλέωση και τον εξαγνισμό της,
επέστρεψέ εντός μου.

Να ΄ναι τούτος,

αλήθεια,
ο λόγος που γαλήνεψα;...




(*αναφορά στον Θεό Ουρανό)




ν.σ.

Popular Posts