Το χρονικό μιας κτηνώδους και επί 38 συναπτά έτη κρυφής δολοφονίας

  







"Οι νεκροί δεν πεθαίνουν ποτέ, όταν τους τιμούν οι ζωντανοί".

~Σοφοκλέους ΑΝΤΙΓΟΝΗ~



Στης μάνας σου την αγκαλιά κουρνιάζεις, πουλάκι εσύ, μες στη φωλιά απ’ όλους φυλαγμένο. Στον κόρφο της αποκοιμιέσαι, ζεστός από τη θαλπωρή του
και χορτάτος από το αίμα το λευκό που σε ταΐζει. Το ‘χουμε πει χίλιες φορές πως το κόκκινο στις παιδικές ψυχές δεν πάει. Μονάχα τ’ άσπρο πάει, του λευκού περιστεριού. Κι εσύ ‘σαι μόλις ενός, δυο, άντε τριών μηνών, βρεφούδι.

Τριγύρω μας φωτιά και όλεθρος απ’ την Τουρκιά φερμένος. Μπαρούτι μυρίζει ο αέρας και σάρκα σκοτωμένη κι άταφη -σάρκα αγαπημένων. Δια πυρός και σιδήρου, καθώς τούς τάζει ο προφήτης τους, μας διώκουν και το αίμα του νησιού
αποζητούν απεγνωσμένα. Με βία και με θάνατο το παίρνουν, και με λύσσα το ρουφούν οι κατακόκκινοι αυτοί κατακτητές μας. Η μάνα σου έτρεχε κι αυτή κυνηγημένη με σε σφιχτά στην αγκαλιά, για να σε σώσει. Εσένα, Ανδρέα μου.
Όχι τον εαυτό της. Κι αντάμα τρέχαν να σωθούν κι η θεια σου, κορούδα έντεκα χρονώ, κι ο θειος σου, μικρό αγόρι κι άρρωστο, η γιαγιά κι άλλοι συγχωριανοί σας.

Καταραμένη η ώρα κι η στιγμή που μπήκ’ ο διάβολος στη μέση, και σας πιάσανε.
Ψυχή δεν άφησαν στη γη. Νεκρή πέφτει κι η μάνα σου, με σε νεκρό μωρό στην αγκαλιά της. Βαμμένοι και οι δυο στο κόκκινο, στο χρώμα που δεν πάει στις παιδικές ψυχές. Τα ξεψυχίσματά σας σε μια ανάσα ενώθηκαν. Κι έτσι σαν ένα σώμα, μια ψυχή, σάς έριξαν στον λάκκο, με άλλα τόσα άψυχα κορμιά παρατημένα.

Τριάντα οχτώ χρόνια αγνοούμενοι ήσασταν, κατάλευκέ μου άγγελε, ψυχούλα των μετρημένων στα δάχτυλα ημερών. Μόλις σήμερα το μάθαμε. Και ήθελα τόσο πολύ να σου μιλήσω…




Λευκωσία, 29.09.2012


ν.σ.

Popular Posts